Grizzel - adj (describing word)
1: Used to describe a male member of humanity that 'has it'; 2: Guys with charm, respect to women and epic sexual knowledge; 3: The name for a guy that radiates cool and calm, collected and methodical awesomeness
Girl 1: 'So yeah, you think Michael is charming?
Girl 2: 'Hell yeah, he's got grizzel
από grizzel, charm, cool, guy 8 Νοέμβριος 2008
grill of a car
yo, check out my new grizzel bitch
από trey 28 Νοέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×