NOUN or ADJECTIVE: recreational time; down time for somebody to hang out in; to chill, have a boge
Verb: to relax, usually while having a delicious boge; form Grolly

Pronunciation- GrO-lee-ur
Paul: yo man lets try and have a grolier time bogeing it up today!!!
Marty: i'll totally grolly with you, but i can't boge, i quit
Paul: fuckin' tool
από Martimer/Marv 2 Ιούνιος 2005

1 Word Related to Grolier

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×