Top Definition
n. A derogatory term for a jew.
Child: Mom, why does that man have such a big nose?
Mom: Don't stare, he's just a dirty grossenbacher.

Child: Father, why is their no food in our home?
Father: Because those damn grossenbacher at the bank wont loan me any money.

Frank: Ahhh, what is that scent in the air?
Joe: Oh, my wife just took some grossenbachers out of the oven.
από dirtyjewgrossenbacher 27 Σεπτέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.