1. A satisfactory collection of facial hair.

2. Pubic hair
1. When I'm thinking, I often stroke the gruft upon my face to supplement the psychological exercise

2. I buried my face in her vagina, but the gruft surrounding her beefy curtains gave me stubble rash.
από Bradshawshank 28 Νοέμβριος 2005
the exact point at which buttock cheeks meet; above the crack, but below the cleft.
Q: Where did that wasp sting you?
A: right on my gruft!
από Darcewingo 27 Μάρτιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×