Top Definition
gun·fight
noun /ˈgənˌfīt/

1. A game popular with children in suburban areas in which a minimum of 2 players on 2 teams hurl rocks at each other whilst attempting to find shelter behind objects such as bushes or cars
-"Hey guys, do you want to go play some gunfight?"
από SKF 9 Αύγουστος 2012
3 Words related to Gunfight

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×