Top Definition
When several people harboring many dangerous machines surround one single person.
Matt was gunflocked by the police after he did something terrible.
από Bellicose 9 Ιούνιος 2009
5 Words related to Gunflock

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.