Top Definition
(gun-fun-gue-late-ing)

1. Confusing, messed up

2. Stupid, suck at life
"Man, I don't get it. This is so gunfungulated."
"No! This gunfungulates me!"
"Stop gunfungulating me!"

-Look, dude! I found this in my nose!
-You're so gunfungulating...
από Anastasia B. 14 Σεπτέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×