Top Definition
The word used to "affectionately" refer to a freshman marching band member.
Senior: "Shut up you fucking gunkie!"
Gunkie: "Wahhhhh"
από Devtheawesome 11 Ιούνιος 2009
n. 1. Person not cool enough to pull off mutton chops. 2. Often applied to anyone not cool.
It doesn't matter how many fish tattoos you get, you'll always be a gunkie.
από muttonchop 13 Μάρτιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×