Top Definition
Gusner - verb - to have sex with Claire's mom. Often associated with Haitians and the Kama Sutra. See also Claire's Mom's review of the Kama Sutra.
"Dude, I gusnered last night."
"Are you haitian?"
"I've got my green card baby"
"yeeeeyah"
από Iloveanalsex 30 Οκτώβριος 2004
To have gruesome, hardcore Haitian sex and then write about it on the internet.
"Yo, dude, I gusnered all night last night."
"Man, I know! I read about it when I googled your name!"
από God 31 Οκτώβριος 2004
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×