An adjective used to describe a person who calls everthing "gay" as though it means dumb, even when the thing has nothing to do with homosexuality.
Norbert: "That french test was gay."
Me: "The french test was romantically interested in other tests of the same gender?"
N: "Shut up you gay n00b."
M: "Okay, you're gyay."
από Jmtas 12 Μάιος 2006
5 Words related to Gyay

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×