Top Definition
The act of biting a lover's penis whilst perfoming oral sex. Sometimes used as revenge for party cancellations.
Man she really gave Robi a gyorky last saturday
από Laurenmason 3 Απρίλιος 2009
5 Words related to Gyorky

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×