Top Definition
A homosexual gypsy:one gypsy who like to insert his khram into another gypsy of the same sex
Our old RE teacher was a gypsy and a poof therfore: a Gypoof
από tru-blu-91 23 Ιανουάριος 2007
8 Words related to Gypoof

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.