Top Definition
To wander aimlessly, obliviously, and/or vapidly around, generally doing things that a Ha Ramster does.
Ha Ram was Ha Raming around the living room unaware of the fact that her "missing" laundry was right in front of her.
από Ali69 11 Φεβρουάριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.