Top Definition
1. The use of ones hand to stop the flow of fecal matter from coming out of their anus during a moment of severe diarrhea.
I was so sick that I was forced to Hand Diaper my diarrhea.
από Russell Sheppard 21 Σεπτέμβριος 2007
10 Words related to Hand Diaper

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.