Top Definition
The act in the past tense of hanging out.

A large vast amount of time spent with one or several people hanging.
Man we had some serious hangoutage last weekend!

I could put in a good deal of hangoutage with that hottie tonight.
από Joshinstein McHappypants 15 Ιούλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×