Top Definition
The act of one being pompous, bitchy, harsh, or unreasonable while the target individual is in a good mood and mellowed out (in most cases the usage of herb is involved).
"Bro stop harshin on my mellow"

"Oh my god mom stop harshin on my mellow"

"That bitch totally just harshed on his mellow"

"Wow they really harshed on his mellow"
από PRIM0 22 Φεβρουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×