Top Definition
Half of a castle; Fortress; Bunker.
The kid was studying the past of many hastles.
#hastle #castles #hassel #hasil #half
από CakeGrabbing39 5 Οκτώβριος 2013
Irritating inconvenience, combined with great hurry
"the hastle of getting kids ready for school"
#hassle #hustle #hurry #pain in the ass #hurryup
από Upseek 26 Φεβρουάριος 2015
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×