Hature (n): the super violent, metal-tastic parts of nature, like an eagle throwing a goat off a cliff, an octopus devouring a shark, or a no-holds-barred dinosaur fight.
"Dude, I'm sick of butterflies and flowers. I'm going on a hature walk to see some grizzly bears eat a dolphin!"
από T-Ninja2 8 Μάρτιος 2010

3 Words Related to Hature

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×