Top Definition
n. To deficate on someone, particualarly a female, see also Cleaveland Steamer.
Charleece really didn't like it when Steven did a Hausedorfer on her chest.
από The Penguin Incarnate 7 Ιούνιος 2003
1 Word related to Hausedorfer

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×