Top Definition
When a person is mad, or frustrated. In other cases when a guy hasn't gotten any poon and is sexually frustrated because of it.

An angry chicken.
Dude, Chris was being a real hecticock the other day, he should really get some pussy.

Haha, look at that hecticock.
από Chris/Casey/Ciara 25 Μάρτιος 2007
6 Words related to Hecticock

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.