Top Definition
verb. 'To Hedge' - to move as if making one's way through a hedge, parting branches and stopping occasionally to disentangle foliage from one's toupé. Must include suitable arm motions.
Frank Bryce hedged his way across the dance floor like a proper hedger.
από Brois 16 Μάιος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.