Top Definition
Acting like a stubborn German.
"He just wouldn't let it go. He's such a Heindl."
από Vorhees Ivy 7 Ιανουάριος 2009
4 Words related to Heindl

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×