Main Entry: hec·tic
Pronunciation: 'hek-tik
Function: adjective

1: a lamer clan leader of DwR who likes to dress up in womens clothing and masterbate to pictures of his cat. A known associate of Kripsy....see definition of Kripsy.
Your a gay ass Hecktic wannabee!
από z3r0 17 Ιούλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×