someone who is oversexed or "dicked-out"
"Man! I'm Hensley! I ain't even gonna lie!"
από His Big Momma P 15 Αύγουστος 2009
sexless, undersexed, someone who doesn't get any, a place where no sex or action is had
Man, she's such a hensley, she hasn't gotten laid in years.
από Meghan Barrett 11 Οκτώβριος 2005
Sexy with an angle-like face and amazing body. She is a greater kisser and loves athletic boys
I want some of Hensley
από Glitterkitty 6 Νοέμβριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×