Top Definition
One word, gender non-specific third-person singular pronoun for English, when used as the object of a sentence or phrase. Use instead of him/her. Pronounced "hur-im" or sometimes "hair-im".

Cf. heshe, heris
When someone eats a pickle, even though it's almost always tasty, sometimes some pickle juice gets on herim.
από Hawkeye Parker 26 Φεβρουάριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.