Top Definition
One who owns both a PC and a Mac, claiming no preference for either.

Derived from "Hermaphrodite".

adj. Hermacoditic
Greg owns a PC for playing games, but wants to buy a MacBook for work, saying that both systems are great for their purposes, making him a Hermacodite.
από iamGigglz 2 Σεπτέμβριος 2009
5 Words related to Hermacodite

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×