Top Definition
One who has herpes or exhibits the signs of herpes. They would be said to be herpolated.
Sarah the promiscuous prostitute's herpolated body turned off the majority of her clients.
από Sir Jeff 16 Ιούνιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×