Top Definition

n. (pronounced: ee-ho)

1) Son
2) A n00b
3) A loveable and well-meaning no0b
See n00b entries 3 & 4
"STFD, Hijo"
"Hijo, you are such a n00b!"

NOTE: Can be used with a number of connotations but is most commonly used in a manner of jesting. Considered a brainless or weak insult when used alone as a supposed malicious insult. Often mispronounced.
από Tigress 18 Ιούνιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×