Top Definition
The coolest person around.
That guy is so Hinch
από Someone 20 Ιούνιος 2004
(Verb) To be bamboozled, fooled, taken advantaged of by a complete loser.

(Noun) See Donovan
I've Hinch 'd the government because I'm getting money for a fake condition I'm pretending to have.

You have a little of bit of money and self-worth, I don't...I'm gonna Hinch you up.
από asberger 15 Οκτώβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.