Top Definition
Verb: trying to fix something that is not broken, resulting in damage, i.e. a car
that Cobra has been hoglanized
από cobraamber96 5 Αύγουστος 2005
1 more definition
1. to be abused by any Hoglan, i.e., a car 2. ruined, devalued, corrupted 3. to be modified in a way that detracts from a state of "good" 4. V. half-assed
That Cobra has been Hoglanized.
από cobraamber96 4 Αύγουστος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×