Top Definition
(n.) manner of dress most commonly characterized by raggity hats, holey jeans, beat up Nike sneakers from 1984 and usually accompanied by terribly managed hygiene and gross facial hair.
Johnny is dressed homeless casual this evening.
από Jordan G. 18 Ιανουάριος 2008
5 Words related to Homeless Casual

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×