Top Definition
An orgy consisting of all gays or all lesbians. Usually happens in groups in groups of 12 or more, but it is not uncommon to be in groups less than that.
God, I totally walked in on my brother and his friends having a homoge last night!
από Edemy 20 Οκτώβριος 2008
5 Words related to Homoge

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.