Top Definition
A state of drunken foolhardiness.
I was so honked the other night i pissed in my boots.
από HowdeHow 10 Μάρτιος 2004
Getting something stolen or getting tricked into buying a useless product.
Abby got honked on that worthless used car.
από churchcandleholder 27 Δεκέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.