Top Definition
The act of viewing acacdemical dress and recording and identifying their degree and university of origin. Like trainspotting but with academic hoods, gowns and caps.

A person who engages in hoodspotting is called a 'hoodspotter'.
I'm going to Oxford (University) to do a bit of hoodspotting.
από Wolfenbloode 6 Αύγουστος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×