Verb: when one is drugged by a horse, goat, sheep, or other cloven-foot ungulate, probably using horse tranquilizers.
"I was date-raped by a horse. He hoofied me and next thing I know, I'm lying on a bed of straw with a bag of oats over my head"

While Kelly was in the restroom, the horny goat slipped a hoofie into his drink.
από Richard Bruce Cheney 17 Νοέμβριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×