Top Definition
/Ha/./Tay/./Shun/ n. 1. An extremely attractive person of Asian descent. An Asian being on a higher plane than the "cutasian".

1. Thuy was the hotasian girl who sat behind you in Algebra.

2. Janet was the hotasian with the big knockers who
used to date your friend Shawn.
από Soulsurvivor_2001 8 Μάρτιος 2006
5 Words related to Hotasian

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.