Top Definition
Hovelling means to stink about all day in one specific small enclosed space, not doing much, but being too busy to have a face to face social life.
Man 1: Where's Lois?
Man 1: She's hovelling about upstairs in her room.
από Jap Seye 25 Οκτώβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.