1.)Adjective: A more advanced type of Whore, usually refering to a man.
2.)Verb: Huored, To be Huored, to get screwed over royally.
1.) you got f**kin' Huored bro! (Verb)
2.) Dustin, your sucha Huor (Adjective)
3.) all fear the Huor! (Truth :P )
από The Freakin' Huor! 22 Οκτώβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×