Top Definition
interj. Exclamation of displeasure or disgust.
Hurg, I just ate an expired sandwich
από Pixel"#~ 18 Απρίλιος 2009
verb. to hug a penis that has been inserted in ones anus using only the anal walls.
after he slid his pulsing cock into my hungry wet hole, I gave him a super tight hurg in appreciation.
από hurgitron's wubanub 3 Ιούνιος 2010
hot, sexy
That cutie over there is hurgalicious.
από HURG 4 Φεβρουάριος 2004
"I hurged all over him", or "I would love to hurg him"
από Deeps 4 Φεβρουάριος 2004
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.