Top Definition
To take a nap, but instead of just sleeping, masturbating before you try to sleep, effectly tiring you out and allowing you to get to sleep faster.
Dan: Yo, I'm off to take a nap
Nate: Hussey Style?
Dan: You know it. Peace
Nate: Peace
από Fraser 8 Φεβρουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×