Top Definition
" I AINT EATIN (adj.) - To not be participating
in an act due to the lack of importance, interest, or funds.
EXAMPLE: "Yo , u wanna go to the strip club??" "NOPE. I AINT EATIN !!!!!!"
#wicked #pimpin #hos #harridan #whore
από WICKEDPIMPIN 18 Ιούνιος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×