Top Definition
First Person (Pronounced: I-due-be-doh)
A way of emphasizing on an action performed repeatedly in the past and on a regular basis. Can also be used in second and third person. Hedobedo, Shedobedo, Wedobedo, Deydobedo, etc...
"Everytime I see that picture I can't help but sweat!"
"Whatever dude"
"No, Idobedo!!"
από Josh Holmgren 20 Νοέμβριος 2006
5 Words related to Idobedo

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×