Top Definition
1. To plead with somebody to do something.

2. To beg or pray for something.
1. The tenants implored their landlord not to sell the building.

2. That's what beggars do.. They implore
από Jafje 10 Απρίλιος 2007
1 more definition
To insist or strongly urge.
I implore you to support mass deforestation in South America, idiot.
από Bastardized Bottomburp 1 Νοέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×