Top Definition
A poo that is unplanned and takes the person in question by surprise. Not to be confused with shit your pants; an Imprompoo is experienced whilst visiting the toilet for its conventional purpose.

21st century
From 'Impromptu' (adjective & adverb) - done without being planned, organized, or rehearsed.
I just had a great imprompoo - totally unexpected!
από Failing Academic 3 Μάιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.