Top Definition
A coincidental incident. An instance or happening of remarkable and even astounding randomness. An unexpected or ironic event.
"Our trip was made even more interesting by the occurrence of several unforeseen incidinces."

από OUtlET 28 Δεκέμβριος 2005
5 Words related to Incidince

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.