Top Definition
To cremate.
Tupac was incinerated.
από Anonymous 11 Δεκέμβριος 2003
1 more definition
to beat someone by alot at a competition.
man, you incinerated that guy. He got incinerated at the tournament.
από electric jim 15 Αύγουστος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×