Top Definition
Adj. Tireless, will never "run out of steam."

N. A badass name for a ship of war.
1) His election campaign was indifatigable!

2) The HMS Indifatigable engaged and sunk the French frigate.
από Jarvy 9 Δεκέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×