Top Definition
An innate sense or intrinsic understanding of a behavioral reaction
The little boy instinctively began checking the cupboards for food. He knew anything left in the fridge would be spoiled.
από vreebaby 24 Νοέμβριος 2013
4 Words related to Instinctive

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×