Top Definition
(Intrude + introduce): Forcefully introducing something to someone.
Someone busts down your door and shoves a person in your face, "I need to intruduce you to someone! THIS IS FUCKING (insert name here), IT'S A FUCKING PLEASURE TO MEET THEM, ISN'T IT?"
από Kaiachi 22 Απρίλιος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×