Top Definition
1) Intupontmeation: To do that which you do not - and probably NEVER will - understand. 2)Intupontmeate: To make do with what you have - "rig it so that it works well enough." 3) Intupontmeator: One who intupontmeates.
I never did understand that job - and the boss knew it - so, on my contract, my job title was "intupontmeator."
από Dawna Ryan (Vermonter) 1 Απρίλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.